11 Φεβρουαρίου 2013

Περικλής, χρυσούς αιών

09 Φεβρουαρίου 2013

τα μνημεία της Αθήνας, 5ος π.Χ. αι.

Δηλιακή συμμαχία - αθηναϊκή ηγεμονία

07 Φεβρουαρίου 2013

Η τυραννία των Τριάκοντα, σχόλια


Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ

Η εκλογή των Τριάντα: μόνο εκλογή δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η διαδικασία ανάδειξης των Τριάκοντα στην εξουσία. 10 πρόσωπα διάλεξε ο Θηραμένης, ως ευνοούμενος των Σπαρτιατών, 10 πρόσωπα διάλεξε ο Κριτίας, ως ένας από τους πιο σκληροπυρηνικούς ολιγαρχικούς και 10 εκλέχτηκαν από την Εκκλησία του Δήμου, τα μέλη της οποίας ψήφισαν υπό το κράτος του φόβου.

Στο μεταξύ συγκροτούσαν τη Βουλή και τις άλλες αρχές όπως ήθελαν αυτοί: Το 404-3 π.Χ. μετά την ήττα της στον Πελοποννησιακό πόλεμο η Αθήνα, αναγκάστηκε να αφοπλιστεί και υποχρεώθηκε να υπακούει όσον αφορά τα στρατιωτικά της ζητήματα αποκλειστικά στη θέληση της Σπάρτης. Επιπλέον, η Εκκλησία του δήμου κάτω από αυτές τις συνθήκες και με την απειλή του σπαρτιάτη Λύσανδρου εξέλεξε τριάντα ανώτερους άρχοντες, γνωστούς ως Τριάκοντα τυράννους. Μετά την ανάληψη της εξουσίας τους προχώρησαν στη δικαστική δολοφονία των δημοκρατικών αρχηγών και στις προγραφές πολλών πολιτών, απέδωσαν στον Άρειο Πάγο τα δικαιώματα που είχε πριν από τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη (462/1 π.Χ.), κατάργησαν τα δικαστήρια των ενόρκων και παραχώρησαν στη Βουλή των 500 αρμοδιότητες ποινικού δικαστηρίου. Παράλληλα, κατάρτισαν έναν κατάλογο χιλίων έμπιστων πολιτών που εναλλάσσονταν στην εξουσία και επικροτούσαν τις αποφάσεις των τυράννων.          
Μετά την πλήρη αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.Χ. και μέχρι την ανάμιξη των Μακεδόνων στα εσωτερικά της Αθήνας από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., το αθηναϊκό πολίτευμα παρέμεινε στην ουσία του δημοκρατικό.

Αίσχύνην τε και Άριστοτέλην:  Το όνομα του Αριστοτέλη αναφέρθηκε και προηγουμένως. Ήταν ένας από τους εξόριστους ολιγαρχικούς που επέστρεψαν μετά τη συνθήκη ειρήνης. Κάτι ανάλογο ίσχυε και για τον Αισχύνη. Και οι δύο ανήκουν στους Τριάκοντα.

«ώσπου να βγάλουν από τη μέση τα κακά στοιχεία και να οργανώσουν το καθεστώς»: στόχος των Τριάκοντα η προστασία της αυθαίρετης εξουσίας τους.

φρόντισε να τους δώσουν τη φρουρά με τον Καλλίβιο για αρμοστή: πρόκειται για φρουρά που αποτελείται από 700 Σπαρτιάτες. Οι Τριάκοντα αναλαμβάνουν τη συντήρησή τους, αφού δεν τους νοιάζει πόσα θα ξοδέψουν, αλλά το πώς θα διατηρήσουν την εξουσία τους και πώς θα προβούν σε όποιες και όσες ατασθαλίες επιθυμούν, εφαρμόζοντας βίαιη πολιτική εξόντωσης των αντιπάλων.

αλλ' από δω και μπρος όποιον τους δημιουργούσε την υποψία ότι δε θ' ανεχόταν τον παραμερισμό του κι ότι, αν δοκίμαζε ν' αντιδράση, θάβρισκε πολλούς συμπαραστάτες: η πρόθεση των Τριάκοντα είναι να μπορούν να εκτοπίζουν με οποιονδήποτε τρόπο όποιον θεωρούν εχθρό του καθεστώτος. Και εχθρούς θεωρούν πρωτίστως τους δημοκρατικούς εκείνους, οι οποίοι λόγω της εκτίμησης που τύγχαναν από το λαό, θα μπορούσαν να συσπειρώσουν γύρω τους όσους δεν ήταν ευχαριστημένοι από το καθεστώς.

Τον πρώτο καιρό ο Κριτίας κι ο Θηραμένης ήταν ομοϊδεάτες και φίλοι: και οι δύο ανήκουν στα κορυφαία στελέχη, αλλά έχουν διαφορετική αντίληψη για το πώς πρέπει να διατηρήσουν την εξουσία τους. Ο μεν Θηραμένης, μετριοπαθής, επιθυμεί να είναι αγαπητός στο λαό και δεν είναι αιμοδιψής, σε αντίθεση με τον Κριτία, ο οποίος θεωρεί ότι η  βία και η τυραννικότητα είναι ο σωστός τρόπος.

Ο Κριτίας:  Ήταν Αθηναίος  πολίτης, µαθητής του Σωκράτη και θείος του Πλάτωνα, ποιητής, σοφιστής και κυρίως πολιτικός. Αρχοµανής και φιλόδοξος, συµπεριφερόταν τυχοδιωκτικά και δεν είχε σταθερές πολιτικές προτιµήσεις και ηθικούς φραγµούς για την πραγµάτωση των επιθυµιών του. Το 411 π.Χ. συνέπραξε για λίγο µε το καθεστώς των Τετρακοσίων, αλλά αργότερα έδειξε δηµοκρατική συµπεριφορά  και οι Αθηναίοι για τους δηµοκρατικούς του αγώνες τον εξέλεξαν µεταξύ των 30 τυράννων. Όµως, σύντοµα αποδείχτηκε ο πιο σκληρός και αδίστακτος, κυνικός και ανάλγητος, απάνθρωπος και θηριώδης απ’ όλους τους τυράννους, θύµα του οποίου υπήρξε και ο φίλος του Θηραµένης. Ήταν ο εκφραστής της σοφιστικής ηθικής για το δίκαιο και το άδικο και της σκληρής στάσης των ασύδοτων ολιγαρχικών σύµφωνα µε την οποία πρέπει να εξοντώνεται κάθε επικίνδυνος για το καθεστώς πολίτης. Ο πολιτικός και ηθικός αµοραλισµός του είναι απόδειξη της έσχατης κατάπτωσης των ηθών στην περίοδο της τυραννίας. Σκοτώθηκε το 403 π.Χ. στη Μουνιχία πολεµώντας εναντίον των δηµοκρατικών του Θρασύβουλου.

04 Φεβρουαρίου 2013

Σημεία στίξης και τι δηλώνουν


Η στίξη – Τα σημεία στίξης
Με τη στίξη δηλώνονται στον γραπτό λόγο –όχι με μεγάλη ακρίβεια– ορισμένα υπερτμηματικά στοιχεία. Η στίξη δηλώνεται στη γραφή με τα σημεία στίξης, που είναι τα εξής: η τελεία ( . ), η άνω τελεία ( · ), το κόμμα ( , ), το ερωτηματικό ( ; ), το θαυμαστικό ( ! ), η διπλή τελεία ( : ), η παρένθεση ( ( ) ), τα αποσιωπητικά( ... ), η παύλα ( – ), η διπλή παύλα ( – – ), τα εισαγωγικά ( « » ) και το ενωτικό ( - ).


Η τελεία ( . ) σημειώνεται:
α)   Στο τέλος μιας φράσης που έχει ένα ολοκληρωμένο νόημα. Δηλώνεται στον αναγνώστη ότι στο σημείο αυτό θα πρέπει να σταματήσει λίγο η ανάγνωση,
 π.χ. Χτύπησε το τηλέφωνο. Κανένας δεν το άκουσε.
 ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ: Ύστερα από τελεία αρχίζουμε με κεφαλαίο.
 β)   Στις συντομογραφίες, π.χ. Η κ. Κλαδάκη παρουσίασε το έργο της. Η απόσταση που διένυσα δεν είναι πάνω από 100 μ.
γ)   Στους αριθμούς που αποτελούνται από περισσότερα από τρία ψηφία για να χωρίσει τα εκατομμύρια από τις χιλιάδες και τις εκατοντάδες, π.χ. Στις εκλογές συμμετείχαν 7.342.156 ψηφοφόροι.
δ)   Για να χωριστεί η ώρα από τα λεπτά, π.χ. Το μάθημα αρχίζει στις 09.15΄.

Η άνω τελεία ( · ) σημειώνεται:
στο τέλος μιας φράσης, όταν αυτή ακολουθείται από μια άλλη φράση που έχει στενή νοηματική συνάφεια με την προηγούμενη (π.χ. όταν λειτουργεί ως επεξήγησή της). Δηλώνεται στον αναγνώστη ότι στο σημείο αυτό θα πρέπει να σταματήσει η ανάγνωση λιγότερο από ό,τι στην τελεία και περισσότερο από ό,τι στο κόμμα, π.χ. Η έκπληξή του δεν ήταν μεγάλη· περίμενε τον ερχομό της.

Το κόμμα ( , ) σημειώνεται:
μετά από λέξεις, προτάσεις και φράσεις. Δηλώνεται στον αναγνώστη ότι στο σημείο αυτό θα πρέπει να σταματήσει η ανάγνωση λιγότερο από ό,τι στην άνω τελεία, π.χ. Tο κόμμα χωρίζει λέξεις, προτάσεις, φράσεις. Πιο συγκεκριμένα:
α)   Ανάμεσα σε λέξεις και προτάσεις που έχουν την ίδια συντακτική λειτουργία και δε συνδέονται μεταξύ τους, π.χ. Η Ειρήνη πήρε μαζί της τα σεντόνια, τα μαξιλάρια, τις κουρτίνες και τις κουβέρτες.
β)   Στην κλητική πτώση, π.χ. Ανέβασες, Λευτέρη, το κουτί στον πρώτο όροφο;
γ)   Στις δευτερεύουσες προτάσεις, για να χωριστούν από τις κύριες, π.χ. Η Ανδρομάχη χάρηκε, γιατί πήρε καλό βαθμό στο διαγώνισμα. Δε σημειώνεται κόμμα στις ειδικές, βουλητικές, πλάγιες ερωτηματικές και ενδοιαστικές δευτερεύουσες προτάσεις, όταν έχουν θέση αντικειμένου ή υποκειμένου στο ρήμα της κύριας πρότασης,
π.χ. Υποστηρίζει με επιμονή ότι απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις.
Επίσης δε σημειώνεται κόμμα πριν από τις περιοριστικές (ή προσδιοριστικές) αναφορικές προτάσεις, που εισάγονται συνήθως με το που, καθώς και πριν από τις ελεύθερες αναφορικές προτάσεις που έχουν θέση υποκειμένου, αντικειμένου, κατηγορουμένου ή εκφράζουν κάποια επιρρηματική σχέση,
π.χ. Αυτά που είπε προχθές δεν τα ξαναλέει. Ο Γιάννης πίστεψε όσα του είπα
Τέλος δε σημειώνεται κόμμα και πριν από τις τελικές προτάσεις, όταν το νόημά τους συνδέεται στενά με το νόημα της κύριας πρότασης,
π.χ. Έτρεξε για να τον προλάβει.
δ) Στις παρενθετικές φράσεις, όταν έχουν τη θέση παράθεσης ή επεξήγησης, π.χ. O νομάρχης μας, ο κ. Γεωργίου, επισκέφθηκε το σχολείο μας. Το έργο του Σεφέρη, κυρίως το δοκιμιακό, αποτελεί παρακαταθήκη για τους νεότερους.
Οι παραπάνω κανόνες αποτελούν τις βασικές αρχές για τη χρήση του κόμματος. Στην πράξη το κόμμα χρησιμοποιείται όπου ο συντάκτης του κειμένου θέλει να δείξει μια μικρή παύση στον λόγο. Στη λογοτεχνία η χρήση του κόμματος παρουσιάζει πολύ μεγάλη ποικιλία.

Το ερωτηματικό ( ; ) σημειώνεται:
στο τέλος μιας ερωτηματικής φράσης, π.χ. Πώς περνάτε στο βουνό;

Το θαυμαστικό ( ! ) σημειώνεται:
μετά από τα επιφωνήματα και μετά από φράσεις που εκφράζουν θαυμασμό, έκπληξη και έντονο ευχάριστο ή δυσάρεστο συναίσθημα, π.χ. Αχ! Έγινε η αυλή πολύ ωραία. Τι πλημμύρα κι αυτή! Συχνά, στον δημοσιογραφικό λόγο σημειώνεται ένα θαυμαστικό μέσα σε παρένθεση (!), όταν δηλώνεται θαυμασμός ή έκπληξη για τα λεγόμενα ή γραφόμενα ενός τρίτου προσώπου, π.χ. Ο υπουργός Γεωργίας υποσχέθηκε στους αγρότες παραγραφή όλων των δανείων (!).
ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ:
Ύστερα από ερωτηματικό ή θαυμαστικό αρχίζουμε με κεφαλαίο γράμμα, εκτός αν η φράση συνεχίζεται, π.χ. Τι κρίμα! Η Στέλλα έφυγε, αλλά Πού πήγες; με ρώτησε με αυστηρό ύφος. Αχ! έκανε με ανακούφιση.

Η διπλή τελεία ( : ) σημειώνεται:
α)   Μπροστά από ένα παράθεμα που περιέχει τα λόγια κάποιου, όπως ακριβώς τα είπε. Σε αυτήν την περίπτωση το παράθεμα κλείνεται σε εισαγωγικά, π.χ. Μπήκε με ταχύτητα στην αίθουσα και φώναξε: «Θα πάμε εκδρομή».
β)   Μπροστά από όρους που απαριθμούνται ή επεξηγούν τα προηγούμενα ή είναι αποτέλεσμα των προηγουμένων, π.χ. Οι νομοί της δυτικής Μακεδονίας είναι τέσσερις, οι εξής: των Γρεβενών, της Καστοριάς, της Κοζάνης και της Φλώρινας.
γ)   Στο τέλος φράσης που προαναγγέλλει γνωμικό ή παροιμία, π.χ. Να έχεις πάντα στο μυαλό σου την παροιμία: κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό.

Η παρένθεση ( ( ) ) σημειώνεται:
για να περιλάβει μια λέξη ή μια φράση που επεξηγεί ή συμπληρώνει τα προηγούμενα και η οποία θα μπορούσε να παραλειφθεί χωρίς να αλλάξει το συνολικό νόημα της περιόδου, π.χ. Οι θεωρητικές επιστήμες (Φιλοσοφία, Θεολογία, Νομική κ.ά.) αντιδιαστέλλονται προς τις θετικές.

Τα αποσιωπητικά ( … ) σημειώνονται:
για να δηλωθεί παράλειψη λόγου είτε γιατί μπορεί να εννοηθεί εύκολα από τον αναγνώστη είτε γιατί ο γράφων βρίσκεται σε αμηχανία, π.χ. Είχα στην τρίτη τάξη έναν δάσκαλο που συνεχώς επαναλάμβανε την παροιμία: άνθρωπος αγράμματος … Χρησιμοποιούνται επίσης, μέσα σε αγκύλες ( […] ), όταν παραλείπεται μέρος, πολύ ή λίγο, ενός κειμένου άλλου συγγραφέα ή πηγής που παρατίθεται σε εισαγωγικά. Οι σημειούμενες τελείες είναι πάντα τρεις.

Η παύλα ( – ) σημειώνεται:
στον διάλογο για να φανεί η αλλαγή προσώπου, π.χ. – Μη με τρομάζεις με τα λόγια σου. – Δε θέλω να τρομάξεις. Θέλω να σκεφτείς.

Η διπλή παύλα ( – – ) σημειώνεται:
για να δηλωθεί ότι η λέξη ή η φράση που βρίσκεται ανάμεσα στις παύλες έχει παρενθετικό νόημα και πρέπει να διαβαστεί σε χαμηλότερο τόνο, π.χ. Ο μαύρος χρυσός –το πετρέλαιο– ακριβαίνει συνεχώς.

Τα εισαγωγικά ( « » ) σημειώνονται:
α)   Στην αρχή και στο τέλος ενός παραθέματος, στο οποίο περιέχονται τα λόγια κάποιου, όπως ακριβώς τα διατύπωσε, π.χ. Ο πατέρας του τού είπε κοφτά: «Δύναμή σου είναι το μυαλό σου. Κοίταξε να το εκμεταλλευτείς».
β)   Σε ειδικούς όρους και επωνυμίες, π.χ. Το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» είναι από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης.
γ)   Σε ειδική ή μεταφορική χρήση ορισμένων λέξεων ή φράσεων, π.χ. Η φουρτούνα όλο και θέριευε και οι επιβάτες του οχηματαγωγού έμεναν «ήσυχοι» στις θέσεις τους (δηλ. ανήσυχοι).

Το ενωτικό (-) σημειώνεται:
α)  Στο τέλος της σειράς, όταν δε χωράει ολόκληρη η λέξη και πρέπει ένα μέρος της να το βάλουμε στην επόμενη σειρά, π.χ. χα-ρά.
β)   Ύστερα από τις λέξεις Αγια-, Αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, που πηγαίνουν μαζί με κύριο όνομα, π.χ. Αγια-Σοφιά, ο παπα-Κώστας.
γ)   Ανάμεσα σε δύο λέξεις, όταν πρόκειται για διπλά ονόματα ή επώνυμα ή –συνήθως– παραθετικές σύνθετες λέξεις, π.χ. Άννα-Μαρία, νόμος-πλαίσιο, αλλά και νόμος πλαίσιο.


19 Ιανουαρίου 2013

περσικοί πόλεμοι

11 Ιανουαρίου 2013

ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις


ΕΝΔΟΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

  1. Ενδοιαστικές προτάσεις ονομάζονται οι προτάσεις οι οποίες εκφράζουν φόβο για κάτι που πρόκειται να συμβεί, ενώ είναι ανεπιθύμητο, ή για κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί, ενώ είναι επιθυμητό.
  2. εισάγονται με τους συνδέσμους μή, μὴ οὐ και σπανιότερα με τον ὅπως μή.
  3. Οι ενδοιαστικές προτάσεις εκφέρονται με μια μεγάλη ποικιλία εγκλίσεων, με εγκλίσεις των προτάσεων επιθυμίας, αλλά και των προτάσεων κρίσεως ανάλογα με το σημασιολογικό περιεχόμενο της πρότασης της εξάρτησης, τον βαθμό βεβαιότητας που εκφράζει ο ομιλητής για την εκπλήρωση ή όχι του φόβου και, τέλος, ανάλογα με το είδος της εξάρτησης (από αρκτικό ή ιστορικό χρόνο). Κατά συνέπεια οι εγκλίσεις εκφοράς είναι οι ακόλουθες: • Οριστική· όταν ο φόβος είναι πραγματικός στο παρελθόν, στο παρόν ή το μέλλον:
ΘΟΥΚ 3.53.2 νῦν δὲ φοβούμεθα μὴ ἀμφοτέρων ἅμα ἡμαρτήκαμεν τώρα φοβόμαστε ότι έχουμε κάνει λάθος και στα δυο ζητήματα.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 2.3.6 δέδοικα, ἔφη, μὴ ἄλλου τινὸς μᾶλλον ἢ τοῦ ἀγαθοῦ μεθέξω πλέον μέρος ἢ ἐγὼ βούλομαι || φοβάμαι, είπε, μήπως σε κάτι άλλο και όχι στο αγαθό θα συμμετέχω περισσότερο από όσο επιθυμώ.
 Δυνητική ευκτική· όταν το περιεχόμενο της ενδοιαστικής πρότασης εμφανίζεται όχι ως βέβαιο, αλλά ως ενδεχόμενο ή πιθανό να συμβεί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (σπάνια σύνταξη):
ΞΕΝ Πορ 4.41 φοβοῦνται μὴ ματαία ἂν γένοιτο αὕτη ἡ κατασκευή, εἰ πόλεμος ἐγερθείη || φοβούνται μήπως θα αποδεικνυόταν μάταιη αυτό το σχέδιο, αν ξεσπούσε πόλεμος.
 Υποτακτική στην πλειονότητά τους οι ενδοιαστικές προτάσεις εκφέρονται με υποτακτική. Ο φόβος που εκφράζεται τότε είναι προσδοκώμενος:
ΘΟΥΚ 4.108.1 καὶ τοὺς ξυμμάχους ἐφοβοῦντο μὴ ἀποστῶσιν || φοβούνταν μήπως αποστατήσουν και οι σύμμαχοι.
ΞΕΝ ΚΑναβ 7.3.47 δέδοικα μὴ συστάντες ἁθρόοι που κακόν τι ἐργάσωνται οἱ πολέμιοι || φοβάμαι μήπως οι εχθροί συγκεντρωθούν κάπου και προκαλέσουν καμιά ζημιά.
 Ευκτική του πλαγίου λόγου· όταν η εξάρτηση είναι από ιστορικό χρόνο, οπότε ο φόβος τοποθετείται στο παρελθόν:
ΙΣΟΚΡ 5.101 ἐφοβοῦντο μή ποτε βασιλεὺς αὐτὸς ποιησάμενος στρατείαν κρατήσειεν || φοβούνταν μήπως ο βασιλιάς κάποια μέρα εκστρατεύσει αυτοπροσώπως και ξεπεράσει τις δυσκολίες.
ΔΗΜ 19.123 ἐφοβοῦντο δὴ μὴ σύγκλητος ἐκκλησία γένοιτ᾽ ἐξαίφνης || φοβούνταν μήπως συγκληθεί μια έκτακτη συνεδρίαση της εκκλησίας του δήμου.
4.                  Λειτουργία των ενδοιαστικών προτάσεων στον λόγο:
• Οι ενδοιαστικές προτάσεις, επειδή είναι ονοματικές προτάσεις, λειτουργούν στον λόγο ως αντικείμενα ρημάτων ή εκφράσεων που δηλώνουν φόβο, δισταγμό, υποψία, έκπληξη, δυσαρέσκεια, αγανάκτηση κ.ά.: φοβοῦμαι, δέδοικα, δέδια, φυλάττομαι, εὐλαβοῦμαι, ταρβῶ, φροντίζω, αἰσχύνομαι, ἐκπλήττομαι, ἀθυμῶ, τρόμος ἔχει, κίνδυνος ἔχει κ.ά.:
ΘΟΥΚ 4.55.3 ἐδέδισαν μή ποτε αὖθις ξυμφορά τις αὐτοῖς περιτύχῃ || φοβήθηκαν μήπως κάποτε πάλι κάποια συμφορά πέσει πάνω τους.
• Επίσης λειτουργούν ως υποκείμενα απρόσωπων εκφράσεων σημασίας ανάλογης των ρημάτων που δηλώνουν φόβο, δισταγμό, υποψία, έκπληξη, δυσαρέσκεια, αγανάκτηση κ.ά.: φόβος ἐστί, φοβερόν ἐστι, δέος ἐστί, δεινόν ἐστι, κίνδυνός ἐστι, προσδοκία ἐστί, ἐλπίς ἐστι κ.ά.:
ΞΕΝ Ιερ 1.12 φοβερὸν γὰρ <ἐστὶ> μὴ ἅμα τε στερηθῶσι τῆς ἀρχῆς καὶ ἀδύνατοι γένωνται τιμωρήσασθαι τοὺς ἀδικήσαντας || τους διακατέχει ο φόβος μήπως χάσουν την εξουσία και συνάμα περιέλθουν σε τόση αδυναμία ώστε να μην μπορούν να εκδικηθούν αυτούς που αδίκησαν.
ΙΣΟΚΡ 14.38 κίνδυνός ἐστιν μὴ μεταβάλωνται καὶ γένωνται μετὰ τῶν πολεμίων || υπάρχει κίνδυνος μήπως μεταστραφούν και συμμαχήσουν με τους εχθρούς.
• Τέλος, λειτουργούν ως επεξήγηση όρου προηγούμενης πρότασης, ο οποίος είναι συνήθως μια δεικτική αντωνυμίας ουδετέρου γένους (τοῦτο, τόδε, ὅ, ὅπερ, ἐκεῖνο):
ΔΗΜ 1.3 ἔστι μάλιστα τοῦτο δέος, μὴ πανοῦργος ὢν καὶ δεινὸς ἅνθρωπος πράγμασι χρῆσθαι, …, τρέψηται καὶ παρασπάσηταί τι τῶν ὅλων πραγμάτων || υπάρχει αυτός ο μεγάλος κίνδυνος, δηλαδή μήπως αυτός ο άνθρωπος όντας πανούργος και φοβερός στο να εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις,…, αντιστρέψει μια πλευρά της συνολικής κατάστασης και την παρασύρει προς την κατεύθυνση που τον ευνοεί.

 ΠΛΑΓΙΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Πλάγιες ερωτήσεις είναι οι εξαρτημένες ερωτήσεις, οι οποίες, ενώ ήταν κάποτε ευθείες ερωτήσεις, διατυπώνονται τώρα από τον ομιλητή ή τον γράφοντα ως μέρος του πλάγιου λόγου. Επίσης, μπορεί οι προτάσεις αυτές να μην ήταν από την αρχή ευθείες ερωτήσεις, αλλά να εκφράζουν μια σκέψη ή άποψη του ομιλητή, η οποία απευθείας εξαρτάται από ρήμα που δηλώνει τη σκέψη, τη φροντίδα αυτού που ομιλεί. Κατά συνέπεια, οι πλάγιες ερωτήσεις εξαρτώνται από ρήματα που δηλώνουν σκέψη, ερώτηση, απορία, φροντίδα, έρευνα, γνώση, επιμέλεια και γενικά ρήματα που δηλώνουν διανοητική ενέργεια ή ψυχική διάθεση.
Οι πλάγιες ερωτήσεις, επειδή είναι ονοματικές προτάσεις, συμπληρώνουν την έννοια ρημάτων ή όρων της πρότασης. Έτσι, επέχουν θέση αντικειμένου του ρήματος, από το οποίο εξαρτώνται, υποκειμένου απρόσωπης έκφρασης ή επεξήγησης όρου της προηγούμενης πρότασης.
Πλάγιες ερωτήσεις ως αντικείμενο ρημάτων. Οι κατηγορίες ρημάτων από τις οποίες εξαρτώνται οι πλάγιες ερωτήσεις είναι οι εξής:
 απορίας: ἀπορῶ, θαυμάζω, ἐρωτῶ, πυνθάνομαι,
 γνώσης: γιγνώσκω, οἶδα, αἰσθάνομαι, ὁρῶ, ἀγνοῶ,
 σκέψης-προσοχής: σκοπῶ, σκοποῦμαι, σπουδάζω, βουλεύομαι, θεωρῶ, ἐξετάζω, θεωρῶ, ἐνθυμοῦμαι,
 φροντίδας-απόπειρας: φροντίζω, ἐπιμελοῦμαι, προνοῶ, φυλάττομαι, παρασκευάζομαι, πειρῶμαι,
 αφήγησης-δείξης: λέγω, δηλῶ, ἀποκρίνομαι, δείκνυμι.
ΣΟΦ Αντ 41 εἰ ξυμπονήσεις καὶ ξυνεργάσῃ σκόπει || αναλογίσου αν αναλάβεις αυτό το έργο μαζί μου και συνεργαστείς.
ΙΣΟΚΡ 11.43 ἀποροῦσι δ᾽ ὅπως ποιήσουσιν || βρίσκονται σε αμηχανία σχετικά με το πώς θα το κατορθώσουν.
ΙΣΟΚΡ 1.12 σοὶ σκοπεῖν, ὅπως ἐφάμιλλος γενήσει τοῖς τοῦ πατρὸς ἐπιτηδεύμασιν || πρέπει να εξετάσεις πώς θα γίνεις αντάξιος των επιτευγμάτων του πατέρα σου.
ΑΡΙΣΤΟΦ Ιππ 80 Ἀλλὰ σκόπει, ὅπως ἂν ἀποθάνοιμεν ἀνδρικώτατα || δες πώς θα πεθάνουμε σαν άντρες που είμαστε.
ΞΕΝ Απομν 2.2.6 ἐπιμελοῦνται πάντα ποιοῦντες ὅπως οἱ παῖδες αὐτοῖς γένωνται ὡς δυνατὸν βέλτιστοι || φροντίζουν με κάθε τρόπο πώς τα παιδιά τους να γίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα.
Πλάγιες ερωτήσεις ως υποκείμενο απρόσωπης έκφρασης. Επίσης, οι πλάγιες ερωτήσεις επέχουν θέση υποκειμένου απρόσωπης έκφρασης, της οποίας η σημασία είναι παρόμοια με αυτήν των ρημάτων που δέχονται ως αντικείμενο αυτές τις προτάσεις:
ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1099b10-11 ἀπορεῖται πότερόν ἐστι μαθητὸν ἢ ἐθιστὸν ἢ καὶ ἄλλως πως ἀσκητόν|| τίθεται το ερώτημα αν η ευτυχία μπορεί να αποκτηθεί με τη μάθηση, τη συνήθεια ή με έναν άλλον τρόπο άσκησης.
ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1168a28-29 ἀπορεῖται δὲ καὶ πότερον δεῖ φιλεῖν ἑαυτὸν μάλιστα ἢ ἄλλον τινά || τίθεται και το ερώτημα αν πρέπει κανείς να αγαπά περισσότερο από όλους τον εαυτό του ή κάποιον άλλον.
ΞΕΝ Ελλ 2.1.2 ἀπόρως μὲν εἶχε τί χρῷτο τῷ πράγματι διὰ τὸ πλῆθος τῶν καλαμηφόρων || βρισκόταν σε αμηχανία πώς να χειριστεί το θέμα εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των καλαμοφόρων.
Πλάγιες ερωτήσεις ως επεξήγηση. Τέλος, οι πλάγιες ερωτήσεις μπορεί να λειτουργούν ως επεξήγηση κάποιου όρου της προηγούμενης πρότασης (συνήθως επεξηγούν κάποιον τύπο του ουδετέρου γένους δεικτικής αντωνυμίας):
ΘΟΥΚ 3.22.8 παρανῖσχον οἱ ἐκ τῆς πόλεως Πλαταιῆς ἀπὸ τοῦ τείχους φρυκτοὺς πολλοὺς πρότερον παρεσκευασμένους ἐς αὐτὸ τοῦτο, ὅπως ἀσαφῆ τὰ σημεῖα τῆς φρυκτωρίας τοῖς πολεμίοις ᾖ || οι Πλαταιείς μέσα στην πόλη σήκωναν από το τείχος πολλές αναμμένες δάδες που τις είχαν ήδη προετοιμάσει ακριβώς γι' αυτό, για να μπερδευτούν για τους εχθρούς τα σημάδια που στέλνονταν με την φωτιά.
ΞΕΝ Απομν 3.3.3 ἴθι δὴ λέξον ἡμῖν τοῦτο πρῶτον, ὅπως διανοῇ τοὺς ἵππους βελτίους ποιῆσαι|| εμπρός, λοιπόν, πες μας αυτό πρώτο, πώς δηλαδή σκέφτεσαι να κάνεις τα άλογα καλύτερα.
ΙΣΟΚΡ 6.94 ἐκεῖνο μάλιστα φυλακτέον, ὅπως μηδὲν ἀνάνδρως φανησόμεθα διαπραττόμενοι || πάνω απ' όλα πρέπει να προσέξουμε εκείνο, πώς δηλαδή να μην φανούμε ότι ενεργούμε.
Ανάλογα με τον βαθμό άγνοιας που διατυπώνονται στις πλάγιες ερωτήσεις μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες ερωτήσεων: 1. ολικής αγνοίας και 2. μερικής αγνοίας.
Οι πλάγιες ερωτήσεις ολικής αγνοίας διαιρούνται επιπλέον σε μονομελείς και διμελείςερωτήσεις. Οι πρώτες εισάγονται με τα ερωτηματικά μόρια εἰ (συνήθως), και με τα μόρια ἐάν, ἄν, ἤν,τα οποία έχουν τη σημασία του εἰ. Οι διμελείς εισάγονται με τα εἰ - ἤ, πότερον(-α) - ἤ, εἴτε - εἴτε και με αυτές δηλώνεται κάποια αμφιβολία μεταξύ των δύο πιθανοτήτων που δηλώνουν οι δυο προτάσεις. Συχνά στις διμελείς ερωτήσεις η πρώτη πρόταση έχει λεκτική πληρότητα, ενώ η δεύτερη διατυπώνεται βραχυλογικά.
Οι πλάγιες ερωτήσεις μερικής άγνοιας εισάγονται:
1. με ερωτηματικές αντωνυμίες και επιρρήματα, όπως ακριβώς και οι ευθείες ερωτήσεις διατηρώντας έτσι κάτι από τον αρχικό χαρακτήρα της ευθείας ερώτησης (τίς, πότερος, πόσος, ποῖος, πηλίκος, ποδαπός, πῶς, ποῦ, πόθεν, πότε, ποσάκις).
2. με αναφορικές αντωνυμίες και επιρρήματα (ὅστις, ἥτις, ὅ,τι) και αντωνυμίες και επιρρήματα που αρχίζουν με το ὁπ- (ὁποῖος, ὁπότερος, ὁπόσος, ὅπου, ὅποι, ὅπη, ὁπόθεν, ὅπως, κ.ά.).
Οι πλάγιες ερωτήσεις μπορεί να είναι προτάσεις κρίσεως ή επιθυμίας. Όταν είναι προτάσεις κρίσεως, εκφέρονται με τις αντίστοιχες εγκλίσεις των προτάσεων κρίσεως: απλή οριστική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική. Η πρώτη χρησιμοποιείται μετά από αρκτικό χρόνο, ενώ οι άλλες δύο ανεξάρτητα από τον χρόνο εξάρτησης:
ΣΟΦ Αντ 58 νῦν δ᾽ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει ὅσῳ κάκιστ᾽ ὀλούμεθα τώρα έχουμε μείνει οι δυο μας μόνες, σκέψου πόσο άσχημα θα χαθούμε.
ΣΟΦ Αντ 37 καὶ δείξεις τάχα εἴτ᾽ εὐγενὴς πέφυκας εἴτ᾽ ἐσθλῶν κακή || γρήγορα θα δείξεις εάν είσαι ευγενής στην καταγωγή ή αν, μολονότι κατάγεσαι από ευγενείς γονείς, φανείς ανάξια της καταγωγής σου.
ΠΛ Κριτ 53.a σκόπει γὰρ τί ἀγαθὸν ἐργάσῃ σαυτὸν ἢ τοὺς ἐπιτηδείους τοὺς σαυτοῦ || εξέτασε, λοιπόν, ποιο αγαθό θα προσπορίσεις στον εαυτό σου ή τους συγγενείς και φίλους σου.
ΔΗΜ 18.64 ἡδέως ἂν ἐροίμην, τῆς ποίας μερίδος γενέσθαι τὴν πόλιν ἐβούλετ᾽ ἄν με ευχαρίστηση θα ρωτούσα σε ποιο κόμμα θα είχε θελήσει η πόλη μας να προσχωρήσει.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.2.20 πέμπω καὶ ἐπερωτῶ τὸν θεὸν τί ἂν ποιῶν τὸν λοιπὸν βίον εὐδαιμονέσταταδιατελέσαιμι στέλνω και ρωτώ τον θεό τι θα μπορούσα να κάνω για να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου όσο γίνεται πιο ευτυχισμένα.
Όταν οι πλάγιες ερωτήσεις είναι προτάσεις επιθυμίας, τότε εκφέρονται με τις εγκλίσεις των προτάσεων επιθυμίας: απορηματική υποτακτική και υποτακτική με αοριστολογικό ἄν:
ΠΛ Χαρμ 158d οὐκ ἔχω ὅτι σοι ἀποκρίνωμαι || δεν ξέρω τι να σου απαντήσω.
ΓΟΡΓ απ 4.4 βούλει οὖν σοι κατὰ Γοργίαν ἀποκρίνωμαι || θέλεις λοιπόν να σου απαντήσω κατά τον τρόπο του Γοργία.
ΔΗΜ 35.29 ἐκελεύομεν τούτους ἐπιμελεῖσθαι ὅπως ἂν ὡς τάχιστα ἀπολάβωμεν τὰ χρήματα || τους ζητήσαμε να κοιτάξουν πώς να πάρουμε τα χρήματα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
Μετά από ιστορικό χρόνο, όμως, η απλή οριστική και η υποτακτική μετατρέπονται σε ευκτική του πλαγίου λόγου, οπότε το περιεχόμενο της πρότασης αφενός τοποθετείται στο παρελθόν και αφετέρου αποδίδεται από τον αφηγητή σε ένα άλλο πρόσωπο:
ΠΛ Πρωτ 321καὶ ἠπόρει ὅτι χρήσαιτο || και δεν ήξερε τι να κάνει.
ΞΕΝ Ελλ 4.2.10 ἐβουλεύοντο πῶς ἂν τὴν μάχην συμφορώτατα σφίσιν αὐτοῖς ποιήσαιντο || έκαναν συμβούλιο για το πώς θα διεξήγαγαν τη μάχη με τον πιο πρόσφορο γι' αυτούς τρόπο.
ΞΕΝ Ελλ 7.1.27 ἐκεῖ δὲ ἐλθόντες τῷ μὲν θεῷ οὐδὲν ἀνεκοινώσαντο ὅπως ἂν ἡ εἰρήνη γένοιτο, αὐτοὶ δὲ ἐβουλεύοντο || φτάνοντας εκεί δεν συμβουλεύτηκαν σε τίποτα τον θεό για το πώς θα γινόταν η ειρήνη, αλλά αναζητούσαν μόνοι τους τρόπο.
§10.24. Πολλές φορές μετά από ιστορικό χρόνο διατηρείται η οριστική και η υποτακτική αντί να μετατρέπεται σε ευκτική του πλαγίου λόγου:
ΘΟΥΚ 2.4.6 ἐβουλεύοντο εἴτε κατακαύσωσιν ὥσπερ ἔχουσιν, ἐμπρήσαντες τὸ οἴκημα, εἴτε τι ἄλλο χρήσωνται || συζητούσαν ή να τους κάψουνε, όπως είναι, βάζοντας φωτιά στο οίκημα ή τι άλλο να κάνουν.
ΘΟΥΚ 6.45.1 τά τε ἐν τῇ πόλει ὅπλων ἐξετάσει καὶ ἵππων ἐσκόπουν εἰ ἐντελῆ ἐστί || εξέταζαν τα άλογα και τα όπλα που υπήρχαν στην πόλη, να δουν εάν κάτι έλειπε.
ΠΛ Απολ 21b πολὺν μὲν χρόνον ἠπόρουν τί ποτε λέγει <ὁ θεός> || για πολύ χρόνο αναρωτιόμουν τι τέλος πάντων θέλει να πει ο θεός.
Μερικές φορές πλάγιες ερωτήσεις που συνδέονται μεταξύ τους παρατακτικά και εξαρτώνται από ιστορικό χρόνο είναι δυνατόν να εμφανίζουν ποικιλία εγκλίσεων ή εναλλαγή της εισαγωγικής αντωνυμίας ή επιρρήματος. Ενίοτε, συνδέονται ειδικές προτάσεις με πλάγιες ερωτήσεις, καθώς οι δυο τύποι αυτοί των ερωτήσεων συγγενεύουν νοηματικά ή με άλλα ονοματικά σύνολα:
ΞΕΝ Ελλ 4.8.16 ταῦτα δὲ ποιήσας ἀνέβαινε πρὸς βασιλέα, φράσων ἅ τε λέγοιεν οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ ὅτι Κόνωνα συνειληφὼς εἴη ὡς ἀδικοῦντα || αφού τα έκανε αυτά πήγαινε στον Βασιλιά, για να ανακοινώσει όσα έλεγαν οι Λακεδαιμόνιοι και ότι ο Κόνωνας πιάστηκε να αδικεί.
ΗΡΟΔ 7.208 ἔπεμπε Ξέρξης κατάσκοπον ἱππέα ἰδέσθαι ὁκόσοι εἰσὶ καὶ ὅ τι ποιοῖεν || έστελνε ο Ξέρξης έναν ιππέα ως κατάσκοπο να δει πόσοι είναι και τι κάνουν.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.4.4 ἐκ δὲ τούτου ἐπυνθάνετο ἤδη αὐτῶν καὶ ὁπόσην ὁδὸν διήλασαν καὶ εἰ οἰκοῖτο ἡ χώρα || κατόπιν ζητούσε επιπλέον να μάθει από αυτούς πόσο δρόμο διήνυσαν και εάν ή χώρα κατοικούνταν.
Εναλλαγή προτάσεων ή ονοματικών όρων. Κατά την κατά παράταξη σύνδεση των πλάγιων ερωτηματικών προτάσεων μπορεί να ακολουθεί ειδική πρόταση ή άλλο ονοματικό αντικείμενο. Η διαφοροποίηση αυτή εξηγείται επειδή οι πλάγιες ερωτήσεις και οι ειδικές προτάσεις λειτουργούν ως ονοματικά σύνολα και, κατά συνέπεια, συγγενεύουν μεταξύ τους, αλλά και με συναφή ονοματικά αντικείμενα:
ΠΛ Πρωτ 326οἵ τ᾽ αὖ κιθαρισταί, …, σωφροσύνης τε ἐπιμελοῦνται καὶ ὅπως ἂν οἱ νέοι μηδὲν κακουργῶσιν || οι δάσκαλοι της μουσικής, …, φροντίζουν για τον αυτοέλεγχο και πώς οι νέοι δεν θα διαπράττουν καμιά αδικία.
ΞΕΝ ΚΑναβ 5.7.6 ὑμεῖς δέ ἴστε δήπου ὅθεν ἥλιος ἀνίσχει καὶ ὅπου δύεται, καὶ ὅτι ἐὰν μέν τις εἰς τὴν Ἑλλάδα μέλλῃ ἰέναι, πρὸς ἑσπέραν δεῖ πορεύεσθαι || εσείς, λοιπόν, ξέρετε από πού ανατέλλει ο ήλιος και προς τα πού δύει, και ότι εάν κάποιος πρόκειται να πάει στην Ελλάδα, πρέπει να πορευτεί προς τη δύση.