Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρδιαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρδιαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Ιανουαρίου 2014

ο Μύθος του Ηρός

Ο μύθος του Ηρός
(Πολιτεία 614b-621d)
Η Πολιτεία τελειώνει με μια αισιόδοξη διδαχή· η ψυχή είναι αθάνατη. Ο δίκαιος επιβραβεύεται και σε αυτόν τον κόσμο, αλλά και μετά θάνατον. Αντιθέτως οι άδικοι, οι τύραννοι, οι κακούργοι τιμωρούνται σκληρά. Απόδειξη η μαρτυρία του Ηρός του Αρμενίου, την οποία εκθέτει ο Σωκράτης χωρίς ωστόσο να διασαφηνίζει αν την άκουσε από τον Ήρα τον ίδιο ή από κάποιους άλλους.
Ο Hρ, ο γιος του Αρμενίου από την Παμφυλία, ένας γενναίος πολεμιστής, σκοτώθηκε στη μάχη. Για δέκα ημέρες παρέμεινε στο πεδίο της μάχης, ανάμεσα στα πτώματα των άλλων πολεμιστών, που είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Τη δωδέκατη ημέρα όταν τον είχαν μεταφέρει σπίτι του και τον είχαν τοποθετήσει πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είχε ιδεί και όσα είχε ακούσει η ψυχή του στον άλλο κόσμο.
Η ψυχή του λοιπόν, που είχε φύγει από το σώμα, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές εἰς τόπον τινὰ δαιμόνιον όπου υπήρχαν δύο χάσματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο, και άλλα δύο κατάντικρυ στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές και, αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω μέσα από τον ουρανό, και τους άδικους αριστερά και κάτω. Όταν ο Ηρ παρουσιάστηκε του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι διαδραματιζόταν εκεί για να τα ανακοινώνει αργότερα στους ζωντανούς. Έβλεπε λοιπόν τις ψυχές που είχαν δικαστεί να προχωρούν προς τα δύο χάσματα, και άλλες να βγαίνουν από τα άλλα δύο. Ὀσες ανέβαιναν από το χάσμα της γης ήταν κατασκονισμένες και διψασμένες, όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Πήγαιναν λοιπόν οι ψυχές προς τον Λειμώνα και κατασκήνωναν εκεί σαν να ήταν σε πανηγύρι. Όσες έρχονταν από τη γη έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει κατά την υποχθόνια πορεία τους που κρατούσε έτη χίλια. Όσες έρχονταν από τον ουρανό και τι δεν είχαν να πουν από θεάματα και απολαύσεις!
Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα (προδοσίες, κακουργήματα) είχαν πληρώσει για όλα δεκαπλάσιες ποινές. Δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για όσες είχαν κάνει το καλό. Ακόμη βαρύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς τους γονείς ή τους θεούς ή για όσους είχαν σκοτώσει άνθρωπο με το ίδιο τους το χέρι. Τον Αρδιαίο, τον τύραννο της Παμφυλίας, που διέπραξε στη ζωή του μεγάλα και πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν πάνω στα αγκάθια των ασπαλάθων. Ύστερα μαζί με άλλους όμοιούς του τον πέταξαν μέσα στον Τάρταρο.
Επτά ημέρες παρέμειναν στον Λειμώνα οι ψυχές και ύστερα πορεύτηκαν σε έναν τόπο όπου έβλεπαν ένα φως σαν το ουράνιο τόξο αλλά λαμπρότερο πολύ και καθαρότερο. Το φως αυτό σαν κίονας ευθύ ήταν τεταμένο διὰ παντὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, δηλαδή βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος. Και ήταν το φως ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του, που ήταν τεντωμένες από τον ουρανό, κρεμόταν ό ἄτρακτος (: νεοελλ. η άτρακτος, το αδράχτι) της Ανάγκης, ο οποίος ρυθμίζει όλες τις περιστροφές. Ο σφόνδυλος της ατράκτου ήταν κοίλος και περιείχε άλλους επτά σφονδύλους (ο εξώτατος ήταν το ουράνιο στερέωμα και οι άλλοι επτά ήταν οι σφαίρες των πλανητών). Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα εξέπεμπε τον ήχο μιας και μοναδικής νότας. Και οι οκτώ αυτές φωνές παρήγαγαν μια αρμονία (: τη μουσική των ουράνιων σφαιρών). Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων πάνω στα γόνατα της Ανάγκης παρακολουθούσαν καθισμένες πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης (Λάχεσις, Κλωθώ και Ἄτροπος).
Φθάνοντας λοιπόν εκεί οι ψυχές ήταν αναγκασμένες να διαλέξουν το είδος της ζωής που θα ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους. Ένας εξάγγελος της Λάχεσης τοποθέτησε μπροστά τους πολλά υποδείγματα ζωής και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα υψηλό απήγγειλε τον Λόγο της Μοίρας που καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν τον κλήρο τους.
Ο καθένας έπρεπε, ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής. Οι αφιλοσόφητες ψυχές έσπευδαν να επιλέξουν βίους ένδοξους χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Όσες όμως ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους, τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη. Έτσι η ψυχή του τρισένδοξου και πολυταξιδεμένου Οδυσσέα επέλεξε την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Όποια εκλογή πάντως έκανε η κάθε ψυχή παρέμενε αμετάκλητη. Ύστερα οι ψυχές οδηγήθηκαν μέσα από το κατάξερο πεδίο της λήθης στον Αμέλητα ποταμό. Όποιος έπινε από το νερό εκείνο ξεχνούσε όλα όσα είχε ζήσει στην προηγούμενή του ζωή. Τα μεσάνυχτα μέσα στη βοή του σεισμού και της βροντής ξάφνου οι ψυχές άρχισαν να αναπηδούν προς τα πάνω για να ξαναγεννηθούν μέσα στα νέα τους σώματα. Τον ίδιο τον Ήρα δεν τον άφησαν να πιει το νερό της λησμονιάς. Πώς ξαναβρέθηκε μέσα στο σώμα του δεν μπορούσε να το πεί, αλλά ξάφνου άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν πάνω στη νεκρική πυρά.
Ο μύθος του Ηρός είναι βέβαια επίνοια του Πλάτωνα, αλλά ο φιλόσοφος έχει αντλήσει στοιχεία από κάποια προφορική παράδοση, από τη λαϊκή πίστη, από τις θεωρίες των ορφικών και των πυθαγορείων για τη μετεμψύχωση, και από τις τελετουργίες των Ελευσινίων μυστηρίων. Σύγχρονοι ερευνητές έχουν επισημάνει στον εσχατολογικό αυτό μύθο και επιδράσεις από τον Ζωροαστρισμό, την Ινδική φιλοσοφία και τον ασιατικό σαμανισμό.

Ο μύθος του Ηρός φαίνεται ότι στάθηκε ένα από τα πρότυπα και των Καταβάσεων (λογοτεχνικών έργων με θέμα το ταξίδι στον κάτω κόσμο) και του Κικέρωνα στο Ἐνύπνιον τοῦ Σκιπίωνος και των χριστιανικών Αποκαλύψεων (Αποκάλυψις Ιωάννου, Αποκάλυψις Πέτρου).

"Επί ασπαλάθων..." Γ. Σεφέρη

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...

Γαλήνη.
- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·
τ' όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

31 του Μάρτη 1971


Το ποίημα «Επί ασπαλάθων...» είναι το τελευταίο που συνέθεσε ο Γιώργος Σεφέρης και αποτελεί μια καταγγελία κατά της δικτατορίας και -πολύ περισσότερο- ένα πρόκριμα για τη βίαιη τιμωρία που θα έπρεπε να αποδοθεί στους μυσαρούς δικτάτορες. Το καθεστώς ανελευθερίας, που διένυε την πέμπτη του χρονιά, προκαλούσε έντονη δυσαρέσκεια στον ποιητή, ο οποίος μέσα από έναν τυχαίο συνειρμό φέρνει στο νου του την τιμωρία που είχε επιβληθεί στον Αρδιαίο -έναν αδελφοκτόνο και πατροκτόνο τύραννο της Παμφυλίας- όπως αυτή καταγράφεται στην Πολιτεία του Πλάτωνα.


1η ενότητα στ.1-7 «Ήταν ωραίο το Σούνιο ….άρπας αντηχούν ακόμη ...»

Ο τόπος είναι το Σούνιο και ο χρόνος είναι 25 Μαρτίου  (ημέρα του Ευαγγελισμού) του 1971, άρα άνοιξη.  Η άνοιξη αποκτά κι άλλη διάσταση πέρα από αυτήν της εποχής κυριολεκτικά, αλλά συμβολίζει και την επιθυμητή για τον ποιητή άνοιξη. Αν συνδέσουμε και την ημερομηνία, την 25η του Μάρτη, με το σπουδαιότατο για την πατρίδα μας γεγονός της επανάστασης του 1821. Ο Ευαγγελισμός, από την άλλη, από το ευ+αγγέλλω, αναφέρεται αφενός στην καλή είδηση ότι θα έρθει η σωτηρία για τους ανθρώπους, άρα εκφράζεται η ελπίδα για τη σωτηρία των Ελλήνων από τους τυράννους.
Το «πάλι» του 2ου στίχου μπορεί να αναφέρεται στην εποχή (5η άνοιξη από τότε που ήρθαν οι συνταγματάρχες στην εξουσία), στο γεγονός ότι ακόμη υπάρχει η δικτατορία στην Ελλάδα, ίσως όμως και στο ότι είναι μια ευκαιρία πάλι να αποδιώξουν οι Έλληνες τους τυράννους, να ζήσουν ένα ακόμη ’21 (ίσως σχετίζεται και με το γνωστό λαϊκό ρητό «πάλι με χρόνια με καιρούς» το «πάλι με την άνοιξη»). 
Η επίσκεψη του ποιητή στο Σούνιο μπορεί να λαμβάνει χώρα τη συγκεκριμένη ημερομηνία, γιατί τέτοιες μέρες οι καθεστωτικοί συνήθιζαν να κάνουν μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων οι πανηγυρισμοί είναι πιο έντονοι και θορυβώδεις∙ αυτό μάλλον θέλει να αποφύγει και ο ποιητής και γι’ αυτό επιλέγει αυτό το ήρεμο τοπίο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ποιητής χρησιμοποιεί το ρήμα «ήταν», ρήμα, δηλαδή, χρόνου παρελθοντικού, επιλογή που δηλώνει ότι η έμπνευση προέρχεται από τη μνήμη.
Το Σούνιο χαρακτηρίζεται ωραίο από τον ποιητή από τον πρώτο κιόλας στίχο και στη συνέχεια στηρίζει αυτό το χαρακτηρισμό σε περιγραφές, σε εικόνες.
Μια λυρική περιγραφή της φύσης, η οποία μαγεύει τον ποιητή, με τα επίθετα να επιτυγχάνουν την απόδοση αυτής της μαγείας, ακολουθεί. Τα πράσινα φύλλα είναι λιγοστά, γιατί η αναγέννηση της φύσης αρχίζει τώρα, την άνοιξη,  οι πέτρες είναι σκουριασμένες, γιατί το κόκκινο χρώμα της σκουριάς προκύπτει από το κοκκινόχωμα της περιοχής. Τρία χρώματα κυριαρχούν: το πράσινο, το κόκκινο και το κίτρινο των ανθών των ασπάλαθων. Εναλλάσσονται τα ζωντανά με τα άψυχα πράγματα, αφού το πράσινο δηλώνει ζωή, ενώ οι σκουριασμένες πέτρες κάτι παλιό, παρελθοντικό. Μετά οι ασπάλαθοι συνδέουν το παρόν με το παρελθόν και ο 7ος στίχος επιτελεί την ίδια ακριβώς λειτουργία, συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Η περιγραφή των ασπαλάθων καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση, αφού είναι στοιχείο που θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη συνέχεια, αλλά προοικονομεί και το θέμα, το οποίο είναι η τιμωρία των τυράννων. Τα βελόνια των ασπαλάθων που είναι έτοιμα δίνουν μια αίσθηση αγριότητας που έρχεται να διαταράξει την ηρεμία και την αγαλλίαση που δημιουργεί το πρώτο μέρος της περιγραφής. Επειδή όμως οι υπαινιγμοί για τη δικτατορία υπάρχουν ήδη, είναι σαφής η σύνδεση των αγκαθωτών αυτών θάμνων με το καθεστώς. Σε ασπάλαθους πάνω σύρθηκε και καταξέσκισε τις σάρκες του ο Αρδιαίος, ο πατροκτόνος, αδελφοκτόνος και εξαιρετικά βίαιος τύραννος της Παμφυλίας∙ τέτοια ελπίζει να είναι και η τιμωρία των νυν τυράννων.
Στον 7ο στίχο «Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...» εκτός από τις οπτικές εικόνες παρουσιάζεται και μια σύνθετη οπτικοακουστική εικόνα, μέσα στην οποία βλέπουμε τη σύνδεση παρόντος και παρελθόντος. Ενώ η πρώτη εικόνα ήταν αποκλειστικά δημιούργημα της φύσης, η δεύτερη εικόνα είναι δημιούργημα ανθρώπων, των προγόνων. Εντάσσεται στην πρώτη ενότητα για να ξαναφέρει την αίσθηση της ηρεμίας, της γαλήνης μετά τον υπαινιγμό για μια βίαιη τιμωρία των τυράννων, κάτι που επιτυγχάνεται με τον ήχο από τις χορδές της άρπας.
Επιπλέον, οι ήχοι αυτοί φέρνουν το παρελθόν στο παρόν, καταδεικνύουν τη σύνδεσή τους, αφού για το Σεφέρη το ελληνικό έθνος έχει μια συνέχεια ιστορική, το πνεύμα της αρχαιότητας υφίσταται και επηρεάζει το παρόν σφραγίζοντας την πορεία του. Αυτή είναι και η λειτουργία του ενεστώτα «αντηχούν», αφού το ποιόν του  ενεστώτα είναι εξακολουθητικό: από την αρχαιότητα ως σήμερα υφίσταται η επίδραση του αρχαίου κλασικού πνεύματος.
Πρέπει, ωστόσο, να προσεχθεί το γεγονός ότι ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο βρίσκεται σε σημείο που στρατηγικής σημασίας∙ εδώ μπορούσαν οι Έλληνες να παρατηρούν τον Αργοσαρωνικό κόλπο, θέρετρο πολεμικών θαλάσσιων επιχειρήσεων και τόπο, στον οποίο έδειξαν οι πρόγονοι το αγωνιστικό τους σθένος και πνεύμα
Λιτή και αφαιρετική είναι η περιγραφή γενικότερα, αποδίδει όμως τα συναισθήματα του Σεφέρη, την ταύτιση του με το ελληνικό τοπίο, την υποκειμενικότητα της προσωπικής του οπτικής.
Λυρισμός: είναι εμφανής ο λυρισμός, αφού πολλά επίθετα και εικόνες από τη φύση κυριαρχούν, η φύση και η ψυχολογική κατάσταση του ήρωα φαίνεται να έχουν μεγάλη σχέση, να αντανακλά η μία στην άλλη, αλλά και πολλά σχήματα λόγου κάνουν το λόγο λυρικό.
Μεταφορές: σκουριασμένες πέτρες, άρπα (ο ναός), χορδές (οι κολόνες), οι χορδές-κολόνες αντηχούν
Τα αποσιωπητικά: στο τέλος της 1ης στροφικής ενότητας υπάρχουν αποσιωπητικά, τα οποία τονίζουν το φαινομενικό νοηματικό κενό που υπάρχει ανάμεσα στις 2 στροφές. Όμως, πρέπει να δοθεί στον ποιητή και στον αναγνώστη ο χρόνος να κάνει τους συνειρμούς που θα οδηγήσουν στο μύθο του Αρδιαίου: οι ασπάλαθοι αναφέρθηκαν∙τώρα μένει να λειτουργήσει ο συνειρμός.

2η ενότητα: «Γαλήνη. … κουρέλι»

Γαλήνη.
- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·

Όλα τριγύρω είναι γαλήνια, αλλά και στην ψυχή του ποιητή υπάρχει απόλυτη ηρεμία. Εδώ γίνεται η μετάβαση από την εικόνα στην ιδέα, η μετάβαση από το συνειρμός την έμπνευση. Η ηρεμία του ποιητή συνάδει με την ηρεμία του τοπίου: μακριά από τους πομπώδεις εορτασμούς της πρωτεύουσας σε ένα φυσικό και γαλήνιο τοπίο, όπου έχει την ευκαιρία να αφεθεί στις σκέψεις και τους προβληματισμούς του.
«- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;» αναρωτιέται ο ποιητής, με την ερώτηση αυτή να προσδίδει στο ποίημα δραματικότητα, αφού πρόκειται για εσωτερικό μονόλογο,  και η απάντηση που ο ίδιος δίνει  «Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·», δείχνει την ανάγκη του να μας πληροφορήσει για την πορεία του συνειρμού και της έμπνευσής του. Μας γνωστοποιεί πώς, βλέποντας τους ασπαλάθους (την οπτική παράσταση), έφτασε στην πληροφορία που ήταν χαραγμένη στη μνήμη του (αρχαία λέξη σε μύθο του Πλάτωνα®Αρδιαίος), στην ιστορία του Παμφύλιου  Αρδιαίου.
Σύμφωνα με τον πλατωνικό μύθο ο Αρδιαίος ήταν ένας από τους τυράννους που διέπραξε πολλά και πολύ μεγάλα αδικήματα, όπως αυτό της πατροκτονίας και της αδελφοκτονίας προκειμένου να αναρριχηθεί στην εξουσία. Στα πλαίσια της μεταθανάτιας τιμωρίας του μπροστά στις άλλες ψυχές αυτός και όσοι είχαν διαπράξει ανάλογα εγκλήματα δένονταν  από άντρες διάπυρους στην όψη χειροπόδαρα και στον τράχηλο και στη συνέχεια αυτοί οι άντρες τους έσερναν πάνω σε ασπάλαθους και για να τιμωρηθούν, αλλά και για να λειτουργήσει η τιμωρία αυτή ως μέσο παραδειγματισμού για τους άλλους.
Είναι εμφανής η αντίθεση της ηρεμίας και της γαλήνης που επικρατεί με τη σκληρότατη τιμωρία του Αρδιαίου, της οποίας η περιγραφή ακολουθεί.

Ήταν ωραία… Το βράδυ βρήκα: η πρώτη σκηνή διαδραματίζεται στο  Σούνιο, στην αρχή του ποιήματος, ενώ είναι σαφές ότι η δεύτερη σκηνή διαδραματίζεται στο σπίτι του ποιητή. Μάλιστα, η χρονική στιγμή είναι το «βράδυ», ώρα που μπορεί κανείς να έχει την ηρεμία που απαιτείται και να στοχαστεί, να προβληματιστεί και να ερευνήσει. Αυτή την ώρα, λίγες μέρες μετά την επίσκεψή του στο Σούνιο, ψάχνει και ο ποιητής να βρει το πλατωνικό χωρίο. (Έχουμε, λοιπόν, αλλαγή σκηνικού και χρόνου).
Ακολουθεί η παράθεση του πλατωνικού χωρίου που έφερε στη μνήμη του ποιητή η εικόνα που αντίκρισε στο Σούνιο.
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».
Αν παρατηρήσουμε τα ρήματα που χρησιμοποιούνται, είναι όλα ενεργητικής φωνής και με την ένταση που κρύβουν αισθητοποιούν τη σκληρότατη τιμωρία του τυράννου. Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η κλιμάκωση της (επαναλαμβανόμενης) τιμωρίας του: το δέσιμο, η ρίψη στη γη, το σύρσιμο  και το ξέσκισμα της σάρκας πάνω στους ασπάλαθους και, τέλος, η ρίψη και πάλι στα Τάρταρα για να συνεχίσει την έκτιση της ποινής του έχοντας πια γίνει κουρέλι. Μάλιστα, ο τελευταίος αυτός στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, που δίνει στο αποκορύφωμα της τιμωρίας ρυθμό.
Είναι φανερή η αντίθεση της προηγούμενης ψυχικής ηρεμίας του ποιητή με την οργή εναντίον του τυράννου. Ποιου τυράννου, όμως; Μόνο του Αρδιαίου; Όπως γνωρίζουμε, το ποίημα γράφτηκε τον 5ο περίπου χρόνο της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Αν αυτή είναι από τη μοίρα η τύχη των τυράννων, τότε θα ‘ρθει και η σειρά των σύγχρονων τυράννων. Είναι μια προειδοποίηση για αυτούς και τους ομοίους τους.
3η ενότητα:
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.
Η οργή, το μίσος και η απέχθεια που κρύβονται και συμπυκνώνονται σε αυτή την πλατωνική περικοπή αποδέκτη έχουν το τυραννικό καθεστώς της χώρας, τη «χούντα». Και ο πομπός στην περίπτωση αυτή δεν είναι ο διπλωμάτης Γιώργος Σεφεριάδης, δεν είναι ούτε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, αλλά είναι ο μέσος Έλληνας πολίτης, ο οποίος επιθυμεί διακαώς την επάνοδο της Δημοκρατίας και την παραδειγματική τιμωρία των πραξικοπηματιών, των καταπιεστών του λαού. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η επιλογή του επιθέτου «πανάθλιος», ενός επιθέτου που δεν υπάρχει στο πλατωνικό χωρίο, αλλά αποτελεί ξεκάθαρη επιλογή του Σεφέρη, αφού επιλέγει να σταθεί δικαστής απέναντι στους εγκληματίες τυράννους. Αξιοπρόσεκτος είναι και ο παρατατικός «πλέρωνε», αφενός γιατί η γλώσσα εδώ είναι του λαού, η δημοτική, άρα εκφράζει το λαϊκό αίσθημα, αφετέρου γιατί ο παρατατικός είναι κι αυτός εξακολουθητικός χρόνος, άρα η τιμωρία έχει διάρκεια, θα την υφίσταται ο Αρδιαίος, αλλά και κάθε τύραννος στο διηνεκές του χρόνου.