Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
15 Φεβρουαρίου 2014
Βιβλίο 2. Κεφάλαιο 3. §50-56 Ξενοφώντος Ελληνικά, Μετάφραση
Βιβλίο 2. Κεφάλαιο 3. §50-56
Κείμενο
[50] Ὡς δ’
ἐπαύσατο, Όταν τελείωσε ο Θηραμένης
το λόγο του
εἰπὼν ταῦτα αφού
είπε αυτά,
καὶ ἡ βουλὴ δήλη
ἐγένετο και η βουλή έγινε φανερό
εὐμενῶς
ἐπιθορυβήσασα, ότι τον
επιδοκίμασε,
γνοὺς ὁ Κριτίας ὅτι
ο
Κριτίας, επειδή κατάλαβε ότι,
εἰ ἐπιτρέψοι τῇ
βουλῇ αν έπέτρεπε τη Βουλή
διαψηφίζεσθαι περὶ αὐτοῦ, να αποφασίσει με ψηφοφορία γι’ αυτόν
ἀναφεύξοιτο, θα
γλίτωνε (ο Θηραμένης).
καὶ τοῦτο οὐ βιωτὸν
ἡγησάμενος, κι επειδή θεώρησε
αυτό ανυπόφορο,
προσελθὼν αφού
πλησίασε
καὶ διαλεχθείς τι
τοῖς τριάκοντα και συζήτησε κάτι με τους Τριάκοντα
ἐξῆλθε, βγήκε
έξω (από τη Βουλή)
καὶ ἐκέλευσε τοὺς
ἔχοντας και
διέταξε αυτούς που είχαν
τὰ ἐγχειρίδια
τα ξιφίδια
ἐπιστῆναι φανερῶς
τῇ βουλῇ να
σταθούν κοντά στη βουλή φανερά
ἐπὶ τοῖς
δρυφάκτοις. κοντά στα ξύλινα κιγκλιδώματα
[51] Πάλιν δὲ εἰσελθὼν εἶπεν• [51] Και αφού ξαναμπήκε στη Βουλή,
είπε:
«Ἐγώ, ὦ βουλή,
νομίζω «Εγώ,
βουλευτές, νομίζω ότι
προστάτου ἔργον
εἶναι είναι έργο ενός πολιτικού ηγέτη
οἵου δεῖ, τέτοιου,
όπως πρέπει να είναι
ὃς ἂν ὁρῶν τοὺς
φίλους αν
βλέπει ότι οι φίλοι του
ἐξαπατωμένους μὴ ἐπιτρέπῃ. εξαπατώνται, να μην το
επιτρέπει.
Καὶ ἐγὼ οὖν τοῦτο
ποιήσω. Κι
εγώ, λοιπόν, αυτό θα κάνω.
Καὶ γὰρ οἵδε οἱ
ἐφεστηκότες Γιατί, κι αυτοί
εδώ που έχουν σταθεί
(κοντά στο κιγκλίδωμα)
φασιν ἡμῖν οὔ
ἐπιτρέψειν, λένε πως
δε θα μας επιτρέψουν,
εἰ ἀνήσομεν ἄνδρα αν αφήσουμε
(αθωώσουμε) έναν άνδρα
τὸν λυμαινόμενον φανερῶς
που καταστρέφει
φανερά
τὴν ὀλιγαρχίαν. το
ολιγαρχικό πολίτευμα.
Ἔστι δὲ ἐν τοῖς
καινοῖς νόμοις Και υπάρχει
διάταξη στους νέους νόμους
μηδένα ἀποθνῄσκειν να μην
καταδικάζεται κανείς σε θάνατο
τῶν μὲν ὄντων από
αυτούς βέβαια που ανήκουν
ἐν τοῖς τρισχιλίοις
στους
τρεις χιλιάδες (ολιγαρχικούς)
ἄνευ τῆς ὑμετέρας
ψήφου, χωρίς τη δική σας ψήφο,
τῶν δ’ ἔξω τοῦ
καταλόγου αυτούς όμως που
περιλαμβάνονται στον κατάλογο
κυρίους εἶναι τοὺς
τριάκοντα να έχουν το
δικαίωμα οι τριάκοντα
θανατοῦν. να
καταδικάζουν σε θάνατο.
Ἐγὼ οὖν, ἔφη, Εγώ, λοιπόν, είπε,
ἐξαλείφω Θηραμένην
τουτονὶ διαγράφω αυτόν
δα το Θηραμένη
ἐκ τοῦ καταλόγου, από τον
κατάλογο (των τριών χιλιάδων)
συνδοκοῦν ἅπασιν
ἡμῖν. με τη σύμφωνη γνώμη όλων
μας (των Τριάκοντα).
Καὶ τοῦτον, ἔφη,
ἡμεῖς Και αυτόν, είπε, εμείς
θανατοῦμεν».
καταδικάζουμε
σε θάνατο».
[52] Ἀκούσας ταῦτα
ὁ Θηραμένης [52] Μόλις άκουσε αυτά ο
Θηραμένης,
ἀνεπήδησεν ἐπὶ τὴν
ἑστίαν πήδησε στο βωμό της
εστίας
καὶ εἶπεν•
και είπε:
«Ἐγὼ δ’, ἔφη, ὦ ἄνδρες, ἱκετεύω «Εγώ, είπε, άντρες, ικετεύω (εσάς)
τὰ πάντων
ἐννομώτατα, σε ό,τι πιο δίκαιο υπάρχει
μὴ εἶναι ἐπὶ Κριτίᾳ να μην εξαρτάται από τον Κριτία
ἐξαλείφειν μήτε ἐμὲ
να διαγράφει από
τον κατάλογο ούτε εμένα
μήτε ὑμῶν ὃν ἂν
βούληται, ούτε
από σας όποιον τυχόν θέλει,
ἀλλ’ κατὰ τοῦτον (τόν νόμον) αλλά σύμφωνα με αυτόν (το νόμο)
τὴν κρίσιν εἶναι καὶ
ὑμῖν καὶ ἐμοὶ, να
δικαζόμαστε κι εσείς κι εγώ,
ὅνπερ νόμον οὗτοι
ἔγραψαν τον οποίο ακριβώς νόμο
αυτοί θέσπισαν
περὶ τῶν ἐν τῷ
καταλόγῳ. γι΄αυτούς που περιλαμβάνονται στον
κατάλογο.
[53] μέν οὐκ ἀγνοῶ,
ἔφη, [53]
Βέβαια, δεν αγνοώ, είπε,
μὰ τοὺς θεοὺς καὶ
τοῦτο, μα τους
θεούς και αυτό,
ὅτι ὅδε ὁ βωμός οὐδέν ότι
αυτός εδώ ο βωμός καθόλου
μοι ἀρκέσει, δε θα με ωφελήσει,
ἀλλὰ βούλομαι καὶ
τοῦτο ἐπιδεῖξαι, αλλά θέλω
κι αυτό να αποδείξω,
ὅτι οὗτοι εἰσὶ οὐ
μόνον ότι
δηλαδή αυτοί είναι όχι μόνο
ἀδικώτατοι περὶ
ἀνθρώπους, πάρα πολύ άδικοι
προς τους ανθρώπους
ἀλλὰ καὶ ἀσεβέστατοι
αλλά
και πάρα πολύ ασεβείς
περὶ θεοὺς. προς
τους θεούς.
Ὑμῶν θαυμάζω μέντοι,
ἔφη, Με σας, όμως, απορώ,
ὦ ἄνδρες καλοὶ κἀγαθοί, άντρες καλοί κι έντιμοι,
εἰ μὴ βοηθήσετε
ὑμῖν αὐτοῖς, αν δεν
βοηθήσετε τους εαυτούς σας,
καὶ ταῦτα
γιγνώσκοντες και, μάλιστα, ενώ
γνωρίζετε
ὅτι τὸ ἐμὸν ὄνομα ότι
το δικό μου όνομα
οὐδὲν εὐεξαλειπτότερον
δεν εξαλείφεται
καθόλου πιο εύκολα
ἢ τὸ ὑμῶν ἑκάστου». απ’ ό,τι το
όνομα του καθενός σας».
[54] Ἐκ δὲ τούτου
μὲν ὁ κῆρυξ [54] Και μετά από αυτό ο κήρυκας
τῶν τριάκοντα ἐκέλευσε
τοὺς ἕνδεκα των Τριάκοντα διέταξε τους
ένδεκα
ἐπὶ τὸν Θηραμένην• να συλλάβουν το
Θηραμένη•
ἐκεῖνοι δὲ
εἰσελθόντες μόλις, λοιπόν,
εκείνοι μπήκαν μέσα
σὺν τοῖς ὑπηρέταις,
μαζί
με τους βοηθούς τους,
ἡγουμένου αὐτῶν Σατύρου
έχοντας επικεφαλής τους το Σάτυρο
τοῦ θρασυτάτου τε που
ήταν και ο πιο θρασύς
καὶ ἀναιδεστάτου, και ο πιο αδιάντροπος,
εἶπε μὲν ὁ Κριτίας•
είπε
τότε ο Κριτίας:
«Παραδίδομεν ὑμῖν,
ἔφη, «Παραδίδουμε, είπε, σε σας
Θηραμένην τουτονὶ το
Θηραμένη αυτόν δα
κατακεκριμένον κατὰ
τὸν νόμον. που έχει καταδικαστεί
σύμφωνα με το νόμο.
[55] Ὑμεῖς δὲ οἱ
ἕνδεκα Εσείς,
λοιπόν, οι ένδεκα,
λαβόντες καὶ
ἀπαγαγόντες αφού τον
συλλάβετε και τον οδηγήσετε
οὗ δεῖ, εκεί
που πρέπει
πράττετε τὰ ἐκ τούτων».
κάνετε τα περαιτέρω».
Ὡς δὲ ταῦτα εἶπεν, Μόλις, λοιπόν, είπε
αυτά,
εἷλκε μὲν ἀπὸ τοῦ
βωμοῦ από
τη μια τον τραβούσε από το βωμό
ὁ Σάτυρος, ο Σάτυρος,
εἷλκον δὲ οἱ
ὑπηρέται. κι
από την άλλη τον τραβούσαν οι βοηθοί.
ὁ δὲ Θηραμένης
ὥσπερ εἰκὸς Και ο Θηραμένης, όπως ήταν φυσικό,
ἐπεκαλεῖτο καὶ
θεοὺς καὶ ἀνθρώπους καλούσε και θεούς κι ανθρώπους
καθορᾶν τὰ
γιγνόμενα.
να βλέπουν αυτά που γίνονταν.
Ἡ δὲ βουλὴ ἡσυχίαν
εἶχεν, Και οι
βουλευτές δεν αντιδρούσαν,
ὁρῶσα καὶ τοὺς επειδή έβλεπαν κι αυτούς
ἐπὶ τοῖς
δρυφάκτοις (ὄντας) κοντά στο κιγκλίδωμα ότι ήταν
ὁμοίους Σατύρῳ όμοιοι με το Σάτυρο
καὶ τὸ ἔμπροσθεν
τοῦ βουλευτηρίου και το χώρο μπροστά από το βουλευτήριο
πλῆρες τῶν φρουρῶν,
γεμάτο
από φρουρούς,
καὶ οὐκ ἀγνοοῦντες
ὅτι παρῆσαν κι επειδή δεν
αγνοούσαν ότι στέκονταν εκεί
ἐγχειρίδια ἔχοντες. με
ξιφίδια.
[56] Οἱ δ’ ἀπήγαγον
τὸν ἄνδρα [56]
Αυτοί, λοιπόν, έσυραν τον άνδρα
διὰ τῆς ἀγορᾶς
μέσω της αγοράς
δηλοῦντα μάλα μεγάλῃ τῇ φωνῇ ενώ
φώναζε με πολύ δυνατή φωνή
οἷα ἔπασχε. όσα πάθαινε
Λέγεται δ’ ἓν ῥῆμα Λέγεται ένας ακόμη λόγος
καὶ τοῦτο αὐτοῦ. κι
αυτός δικός του.
Ὡς εἶπεν ὁ Σάτυρος Όταν
ο Σάτυρος (του) είπε
ὅτι οἰμώξοιτο, ότι θα θρηνήσει μεγαλόφωνα,
εἰ μὴ σιωπήσειεν,
ἐπήρετο•
αν δεν σωπάσει, ρώτησε:
« Ἂν δὲ σιωπῶ, ἔφη,
«Αν δε
σιωπώ, είπε,
οὐκ ἄρ’,
οἰμώξομαι;» άραγε δε θα θρηνήσω μεγαλόφωνα;»
καὶ ἐπεί γε ἔπιε τὸ
κώνειον Και
όταν βέβαια ήπιε το κώνειο,
ἀποθνῄσκειν
ἀναγκαζόμενος, γιατί τον οδηγούσαν δια της βίας στο θάνατο,
ἔφασαν εἰπεῖν αὐτόν
έλεγαν ότι είπε
αυτός
ἀποκοτταβίσαντα τὸ
λειπόμενον • αφού πέταξε μακριά ό,τι
είχε απομείνει
(στο
ποτήρι):
«Κριτίᾳ τοῦτ’ ἔστω
τῷ καλῷ». «Για τον
ωραίο Κριτία»
Καὶ οὐκ ἀγνοῶ τοῦτο
μὲν, Και δεν αγνοώ βέβαια αυτό,
ὅτι ταῦτα
ἀποφθέγματα ότι
δηλαδή αυτά τα λόγια
οὐκ ἀξιόλογα, δεν είναι αξιόλογα,
κρίνω δὲ ἀγαστόν ἐκεῖνο
όμως θεωρώ θαυμαστό εκείνο
τοῦ ἀνδρὸς, το
προτέρημα του άντρα,
τὸ μήτε ἀπολιπεῖν
ἐκ τῆς ψυχῆς το ότι δηλαδή δεν
του έλειψε απ’ την ψυχή
τὸ φρόνιμον μήτε τὸ παιγνιῶδες ούτε η αυτοκυριαρχία ούτε το
χιούμορ,
τοῦ θανάτου
παρεστηκότος. αν και ο θάνατος ήταν κοντά του.
Μετάφραση, Θουκυδίδου Ιστορίαι, Βιβλίο 3, κεφ.81
[81]
οἱ μὲν οὖν Πελοποννήσιοι Οι Πελοποννήσιοι,
λοιπόν,
τῆς νυκτὸς εὐθὺς κατὰ τάχος τη νύχτα αμέσως
γρήγορα
ἐκομίζοντο ἐπ᾿ οἴκου μεταφέρονταν προς
την πατρίδα τους
παρὰ τὴν γῆν· κοντά
στη στεριά·
καὶ ὑπερενεγκόντες τὰς ναῦς και αφού μετέφεραν τα πλοία πάνω από
τὸν ἰσθμὸν Λευκαδίων, τον
ισθμό της Λευκάδας,
ὅπως μὴ ὀφθῶσιν, για να μη γίνουν αντιληπτοί
περιπλέοντες ἀποκομίζονται. ότι κάνουν το γύρο της, απομακρύνονται.
Κερκυραῖοι δὲ αἰσθόμενοι τε
και οι Κερκυραίοι, μόλις αντιλήφθηκαν
τάς Ἀττικὰς ναῦς προσπλεούσας ότι και τα αθηναϊκά πλοία πλησίαζαν
τάς τε τῶν πολεμίων οἰχομένας, και τα εχθρικά είχαν φύγει
λαβόντες ἐς τὴν πόλιν ἤγαγον πήραν και οδήγησαν στην πόλη
τούς τε Μεσσηνίους ὄντας τους
Μεσσηνίους, που ήταν
πρότερον ἔξω, πρωτύτερα
έξω
καὶ τὰς ναῦς κελεύσαντες και αφού πρόσταξαν τα πλοία
ἃς ἐπλήρωσαν περιπλεῦσαι που επάνδρωσαν να πλεύσουν γύρω γύρω
ἐς τὸν Ὑλλαϊκὸν λιμένα, προς
το Υλλαϊκό λιμάνι
ἐν ὅσῳ περιεκομίζοντο, και καθώς
περιφέρονταν
εἴ τινα λάβοιεν τῶν ἐχθρῶν, αν έπιαναν κάποιον από τους
εχθρούς,
ἀπέκτεινον· τον
φόνευαν·
καὶ ἐκ τῶν νεῶν ἐκβιβάζοντες και αποβιβάζοντας από τα πλοία
ὅσους ἔπεισαν ἐσβῆναι όσους έπεισαν
να μπουν
ἀπεχρῶντο, τους
σκότωναν,
ἐς τὸ Ἥραιόν τε ἐλθόντες και
αφού ήρθαν στο Ηραίο
ἔπεισαν ὡς πεντήκοντα ἄνδρας έπεισαν περίπου 50 άντρες
τῶν ἱκετῶν δίκην ὑποσχεῖν από τους (εκεί) ικέτες να
δικαστούν
καὶ κατέγνωσαν πάντων θάνατον. και καταδίκασαν όλους σε θάνατο.
οἱ δὲ πολλοὶ τῶν ἱκετῶν, Οι περισσότεροι, όμως, από
τους ικέτες,
ὅσοι οὐκ ἐπείσθησαν, όσοι δεν
πείσθηκαν,
ὡς ἑώρων τὰ γιγνόμενα, επειδή έβλεπαν αυτά που
γίνονταν,
διέφθειρον ἐν τῷ ἱερῷ αὐτοῦ σκότωναν εκεί στο
ιερό
ἀλλήλους, ο ένας τον
άλλον,
καὶ ἐκ τῶν δένδρων και
από τα δέντρα
τινὲς ἀπήγχοντο, κάποιοι
απαγχονίζονταν,
οἱ δ᾿ ἀνηλοῦντο ενώ άλλοι τερμάτιζαν τη ζωή τους
ὡς ἕκαστοι ἐδύναντο. με όποιον τρόπο μπορούσε ο
καθένας.
ἡμέρας τε ἑπτά, ἃς παρέμεινε Για επτά ημέρες που παρέμεινε
ἀφικόμενος ὁ Εὐρυμέδων μετά την άφιξή του ο Ευρυμέδων
ταῖς ἑξήκοντα ναυσὶ, με
εξήντα πλοία,
Κερκυραῖοι ἐφόνευον οι Κερκυραίοι σκότωναν
σφῶν αὐτῶν δοκοῦντας από τους συμπολίτες τους όσους θεωρούσαν
τοὺς ἐχθροὺς εἶναι,
ότι
είναι εχθροί τους,
τὴν μὲν αἰτίαν ἐπιφέροντες αν και έφεραν αυτό ως
κατηγορία
τοῖς καταλύουσιν, εναντίον όσων προσπαθούσαν να
καταλύσουν
τὸν δῆμον, το
δημοκρατικό πολίτευμα,
ἀπέθανον δέ τινες και
κάποιοι φονεύθηκαν
καὶ ἰδίας ἔχθρας ἕνεκα, και εξαιτίας
προσωπικής έχθρας,
καὶ ἄλλοι ὑπὸ
τῶν λαβόντων κι άλλοι σκοτώθηκαν από
τους οφειλέτες
χρημάτων σφίσιν ὀφειλομένων· (τους) για χρήματα που τους οφείλονταν·
πᾶσά τε ἰδέα κατέστη θανάτου, και διαπράχθηκαν κάθε είδους φόνοι
καὶ οὐδὲν ὅτι οὐ ξυνέβη και τίποτε δεν παραλείφθηκε που να μην
έγινε
οἷον φιλεῖ απ’
όσα συνηθίζεται
ἐν τῷ τοιούτῳ γίγνεσθαι, να γίνονται σε τέτοιες
περιστάσεις,
καὶ ἔτι περαιτέρω. και ακόμη περισσότερα.
καὶ γὰρ πατὴρ παῖδα ἀπέκτεινε καὶ Γιατί πατέρας σκότωνε το γιο και
ἀπεσπῶντο ἀπὸ τῶν ἱερῶν απομακρύνονταν από τα ιερά (οι
ικέτες)
καὶ πρὸς αὐτοῖς ἐκτείνοντο, και εκτελούνταν εκεί
κοντά,
οἱ δέ τινες καὶ ἀπέθανον μερικοί
μάλιστα πέθαναν
ἐν τοῦ Διονύσου τῷ ἱερῷ μέσα στο ιερό του
Διονύσου,
περιοικοδομηθέντες. καθώς περικλείστηκαν από τείχος
ολόγυρα.
27 Ιανουαρίου 2014
Θουκυδίδου Ιστορίαι, (Κερκυραϊκά), βιβλίο 3, κεφ. 75, μετάφραση
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 3, ΚΕΦ. 75
[75]
τῇ δὲ ἐπιγιγνομένῃ ἡμέρᾳ Και την επόμενη μέρα
Νικόστρατος ὁ Διειτρέφους στρατηγὸς ο Νικόστρατος, ο γιος του
Διειτρέφη,
ο στρατηγός,
Ἀθηναίων παραγίγνεται βοηθῶν φτάνει σε βοήθεια των
Αθηναίων
ἐκ Ναυπάκτου δώδεκα ναυσὶ από τη Ναύπακτο με δώδεκα πλοία
καὶ πεντακοσίοις ὁπλίταις και με πεντακόσιους
οπλίτες
Μεσσηνίων · από
τους Μεσσηνίους·
ξύμβασίν τε ἔπρασσε έκανε συμφωνία
καὶ πείθει και
(τους) πείθει
ὥστε ξυγχωρῆσαι ἀλλήλοις ώστε
να συμφωνήσουν μεταξύ τους
κρῖναι δέκα μὲν ἄνδρας να δικάσουν δέκα
άντρες
τοὺς αἰτιωτάτους, τους
υπαίτιους,
οἳ οὐκέτι ἔμειναν, οι οποίοι
δεν έμειναν πλέον εκεί
τοὺς δ᾿ ἄλλους οἰκεῖν και οι υπόλοιποι να
παραμείνουν
σπονδὰς ποιησαμένους αφού
κάνουν συμφωνία
πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς Ἀθηναίους, μεταξύ τους και με τους Αθηναίους
ὥστε νομίζειν τοὺς αὐτοὺς υπό τον όρο να θεωρούν τους
ίδιους
ἐχθροὺς καὶ φίλους. εχθρούς και
φίλους.
Καὶ ὁ μὲν ταῦτα πράξας Και αυτός, αφού
κατάφερε αυτά
ἔμελλεν ἀποπλεύσεσθαι· επρόκειτο να αποπλεύσει (να
φύγει) ·
οἱ δὲ τοῦ δήμου προστάται όμως οι αρχηγοί των δημοκρατικών
πείθουσιν αὐτὸν καταλιπεῖν πείθουν αυτόν να αφήσει
πίσω
πέντε μὲν ναῦς τῶν αὐτοῦ σφίσι, πέντε από τα πλοία του σε αυτούς
ὅπως ἧσσόν τι ἐν κινήσει ώστε να αποθαρρυνθούν να
κάνουν
ὦσιν οἱ ἐναντίοι, κίνημα
οι αντίπαλοί τους,
ἴσας δὲ αὐτοὶ πληρώσαντες και αφού οι ίδιοι επανδρώσουν
ίσο
αριθμό καραβιών (δηλ. πέντε)
ἐκ σφῶν αὐτῶν ξυμπέμψειν. από τα δικά τους να στείλουν μαζί του.
καὶ ὁ μὲν ξυνεχώρησεν, Και αυτός συμφώνησε,
οἱ δὲ τοὺς ἐχθροὺς κατέλεγον ενώ οι άλλοι στρατολογούσαν για τα
ἐς τὰς ναῦς. καράβια
τους εχθρούς.
δείσαντες δὲ ἐκεῖνοι επειδή εκείνοι
φοβήθηκαν
μὴ ἐς τὰς Ἀθήνας ἀποπεμφθῶσι μήπως αποσταλούν στην Αθήνα
καθίζουσιν ἐς τὸ ἱερόν προσφεύγουν ως ικέτες
στο ιερό
τῶν Διοσκόρων. των
Διόσκουρων.
Νικόστρατος δὲ ἀνίστη τε Ο
Νικόστρατος και προσπαθούσε να σηκώσει
αὐτοὺς καὶ παρεμυθεῖτο. αυτούς και τους παρηγορούσε.
ὡς δ᾿ οὐκ ἔπειθεν, Επειδή όμως δεν τους έπειθε,
ὁ δῆμος ὁπλισθεὶς αφού οπλίστηκαν οι
δημοκρατικοί
ἐπὶ τῇ προφάσει ταύτῃ, με την πρόφαση αυτή,
τῇ τοῦ μὴ ξυμπλεῖν ἀπιστίᾳ με τη δυσπιστία τους να μη
θέλουν
να αποπλεύσουν μαζί (με το Νικόστρατο)
ὡς αὐτῶν διανοουμένων γιατί τάχα
δεν είχαν
οὐδὲν ὑγιὲς, κανένα
καλό σκοπό,
τά τε ὅπλα αὐτῶν ἔλαβε και τα όπλα
τους αφαίρεσε
ἐκ τῶν οἰκιῶν από τα σπίτια τους
καὶ αὐτῶν τινὰς διέφθειραν ἄν, και θα σκότωναν μερικούς από αυτούς,
οἷς ἐπέτυχον, όσους κατά τύχη συνάντησαν,
εἰ μὴ Νικόστρατος ἐκώλυσε. αν
δεν τους εμπόδιζε ο Νικόστρατος.
ὁρῶντες δὲ οἱ ἄλλοι Και οι άλλοι,
επειδή έβλεπαν
τὰ γιγνόμενα αυτά που γίνονταν
καθίζουσιν ἐς τὸ Ἥραιον ἱκέται κατέφυγαν ως ικέτες στο ιερό της Ήρας
καὶ γίγνονται και γίνονται
οὐκ ἐλάσσους τετρακοσίων. περισσότεροι από τετρακόσιους.
ὁ δὲ δῆμος δείσας Οι δημοκρατικοί, όμως, επειδή φοβήθηκαν
μή τι νεωτερίσωσιν μήπως επιχειρήσουν κάποια βίαιη
πολιτική
μεταβολή,
πείσας ἀνίστησί τε αὐτοὺς αφού
τους έπεισαν, τους σηκώνουν από κει
καὶ διακομίζει ἐς τὴν νῆσον και τους μεταφέρουν στο νησί
πρὸ τοῦ Ἡραίου, μπροστά από το ιερό της Ήρας
καὶ τὰ ἐπιτήδεια διεπέμπετο και τα απαραίτητα τρόφιμα στέλνονταν
ἐκεῖσε αὐτοῖς. εκεί σε αυτούς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)